Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Καλή Χρονιά 2012

Hotty
Μια ζεστή αγκαλιά και μια Καλή Χρονιά.
Με υγεία πάνω από όλα και αγάπη.

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα

α


Ζωή Καρέλλη, Το ταξίδι των μάγων

Έπρεπε νάμαστε τρεις.
Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
έχω μείνει τόσο μονάχος.

Πόσο έχω ξεχάσει.
Πρέπει απ' αρχής πάλι το ταξίδι
ν' αρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει...
Μαζύ πορευτήκαμε ένα διάστημα,
όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι' η ώρα πλησίασε;
Πού να το ξέρω!

Πού είναι τα δώρα;
είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
ήμερα, ήσυχα
δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
λίβανον και σμύρναν άλλοτε
με θαυμασμό κι' ευλάβεια τού φέρναμε.

Τώρα σ' αυτόν τον καιρό
σίδερο, κεραυνό και φωτιά.

Ήμασταν τρεις,
τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
κι' αισθάνομαι τα χέρια μου
πότε άδεια, πότε βαριά.
Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
του κόσμου, τώρα κανείς
δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ' οδηγεί;
Δίχως συντροφιά,
δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
συμφορά της στέρησής Του.
Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
κι' υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
της παράφορης τούτης εποχής,
τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
να βρούμε την προσφορά.
Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
ο τόσος αγώνας.
Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
άλλοτε, δώρα απλά.
Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.

Εν συντριβή βαδίζοντα.

Από τη συλλογή Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα (1955)



και το ιστολόγιο  translatum.gr (Βίκυ Παπαπροδρόμου)

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Memories


"Memories. Memories blur into dreams. Light brings them to truth. Everything unforgiving. everything becoming hallow. Loneliness consumes and there is no way back. The places you played, the places you called home, the people you thought you loved, all of them. reduced to a memory of another life. A life you never lived. All the yesterdays that came from tomorrow, all the tomorrows that never came from yesterday. A new beginning because forever is never forever"


Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

12 φεγγάρια



Δείξ της απ το μπαλκόνι το φεγγάρι που βυθίζεται στο γάλα.
Περίμενέ τη
και νερό πρόσφερέ της πριν το κρασι.
Περίμενε
και άγγιξε της απαλά το χέρι
την ώρα που το μάρμαρο ακουμπάει το φλιτζάνι.
Σα να της φέρνεις την πρωινή δροσιά , περίμενε.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Το ζητούμενο;;;

Η ελευθερία που αξίζει δεν είναι τόσο η ελευθερία των συμφωνούντων, όσο η ελευθερία των διαφωνούντων.

'Η ελευθερία μόνο για τους οπαδούς της εξουσίας ή για μόνα τα μέλη ενός κόμματος, οσοδήποτε πολυάριθμοι και αν είναι, δεν είναι ελευθερία. Ελευθερία είναι πάντα, τουλάχιστον, η ελευθερία εκείνου που σκέφτεται διαφορετικά. Και παύει να είναι αποτελεσματική, όταν γίνεται προνόμιο.'

Screen_shot_2011-11-06_at_10

Rosa Luxemburg. Oeuvres II (écrits politiques 1917-1918), γαλλική μετάφραση (Paris, 1969), σ. 82-83.

via : qwfwqn 

Η υπόσχεση



Έτσι, για να μην αθετήσω την υπόσχεση μου, 
έπρεπε κάθε νύχτα τώρα να ξεχνάω, 
σαν τους φτωχούς που είναι έτοιμοι να 
δεχτούν μ΄ ένα οποιοδήποτε αντάλλαγμα - φτάνει να τους αφήσουν.
Και για τους οποίους θα γράψω κάποτε μια ιστορία τόσο τρυφερή
που δε θα βρίσκω το δρόμο..

_____ Τάσος Λειβαδίτης_______
 
Γιατί μερικές φορές βρίσκεις κομμάτια σου σε μακρινά νησιά.

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Νυχτερινός Επισκέπτης

 Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα, όπου έπρεπε ν’ ανέβω, άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς ή θα κυλήσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων.
Σε τι χρησίμεψαν λοιπόν οι αμαρτίες μου;
…όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ’ όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ…
O ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο – σαν το Θεό.
Eίχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σε σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο με το δάχτυλο…
…είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν
…ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τα παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά, γιατί δεν ήθελαν να μεγαλώσουν…
…σε τί είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα, που να βρεις καιρό…
Ώσπου ήρθε το χιόνι, ασταμάτητο χιόνι, για να θάψει τη συμπόνια μας, που σε έργα μέτρια μας οδήγησε.
Όχι, δεν είναι φτερούγα. Tο χέρι του είναι, καθώς προσπαθεί ν’ αποφύγει τα χτυπήματα.
…τόσο λυπημένος που θα μπορούσε να περάσει από μέσα μου ένα κοπάδι πουλιά…
Σαν τον τρελό που, κλειδωμένος στο κελί του, ζωγράφισε στον τοίχο μια πόρτα κι έφυγε.
Σε κάθε σπίτι υπάρχει μια άγνωστη μυστική σκάλα, που θα σε πήγαινε, ίσως, μακριά. Aλλά τη βρίσκεις, όταν δεν έχεις πια σπίτι.
…γιατί την ώρα που πεθαίνεις, σαν ένας φονιάς που απομακρύνεται βιαστικά,
φεύγει από μέσα σου ο άγνωστος που υπήρξες.
…» τώρα, μου λέει, θα πάμε μακριά», » μα δεν βλέπεις, του λέω, μας ξέχασαν», » γι’ αυτό» μου λέει…
…στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγιόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.
» μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ’ άλογό μου»,
«μα δε βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ, μητέρα!»…
…μου στοίχισε αρκετή περιφρόνηση
η ερώτηση για πράγματα που δεν βλέπαν οι άλλοι…
Kανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου…
…αυτό που μας μεγαλώνει είναι, ίσως, η ίδια η παιδικότητα, που μας διώχνει, για να μην, τελικά, εννοήσουμε.
…ο καθένας ζεί με το τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση…



Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Melencolia

Melencolia I



THE bow of promise, this lost flaring star,
Terror and hope are in mid-heaven; but She,
The mighty-wing'd crown'd Lady Melancholy,
Heeds not. O to what vision'd goal afar
Does her thought bear those steadfast eyes which are
A torch in darkness? There nor shore nor sea,
Nor ebbing Time vexes Eternity,
Where that lone thought outsoars the mortal bar.
Tools of the brain--the globe, the cube--no more
She deals with; in her hand the compass stays;
Nor those, industrious genius, of her lore
Student and scribe, thou gravest of the fays,
Expect this secret to enlarge thy store;
She moves through incommunicable ways.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

good night, sweet ladies; drifting into the full moon

How should I your true love know 

    From another one? 
    By his cockle hat and staff, 
    And his sandal shoon.

 He is dead and gone, lady, 
    He is dead and gone; 
    At his head a grass-green turf, 
    At his heels a stone. 

Larded with sweet flowers 
    Which bewept to the grave did go 
    With true-love showers.

 There's rosemary, that's for remembrance; pray, 

    love, remember: and there is pansies. that's for thoughts. 

There's fennel for you, and columbines: there's rue
    for you; and here's some for me: we may call it 
    herb-grace o' Sundays: O you must wear your rue with  a difference.

There's a daisy: I would give you 
    some violets, but they withered all when my father died: they say he made a good end.....

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Ophelia


  Ophelia you must break the chain
Ophelia you must remember 
Ophelia you know how to lose 
but when will you learn to choose .......

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Ophelia

Ophelia was a tempest, cyclone, a god-damned hurricane
Your common sense, your best defense lay wasted and in vain
For Ophelia'd known your every woe and every pain you'd ever have
She'd sympathize and dry your eyes
Help you to forget
Ophelia's mind went wandering
You'd wonder where she'd gone
To secret doors down corridors
She'd wander them alone All alone

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Αν με ξεχάσεις

Πάμπλο Νερούδα (μετάφραση: άγνωστος)

Aν με ξεχάσεις...
Ένα
θέλω να ξέρεις.

Ξέρεις πώς είν' αυτό:
κοιτάζω
το κρυστάλλινο φεγγάρι, το κόκκινο κλαδί
του αργού φθινοπώρου στο παράθυρό μου,
αγγίζω
πλάι στη φωτιά
την ατάραχη στάχτη
ή το ρυτιδωμένο σώμα του ξύλου,
κι όλα με φέρνουν σε σένα,
λες και ό,τι υπάρχει,
αρώματα, φως, μέταλλα,
είναι μικρά πλεούμενα που ταξιδεύουν
προς τα νησιά σου που με περιμένουν.

Ωστόσο,
αν λίγο-λίγο πάψεις πια να μ' αγαπάς
θα πάψω κι εγώ να σ' αγαπώ λίγο-λίγο.

Κι αν ξαφνικά
με ξεχάσεις
μην ψάξεις να με βρεις,
θα σ' έχω λησμονήσει.

Αν θεωρήσεις ότι κρατάει πολύ κι είναι τρελός
ο άνεμος από σημαίες
που περνάει απ' τη ζωή μου
κι αποφασίσεις
να με αφήσεις στην όχθη
της καρδιάς που έχω ρίζες,
σκέψου
πως εκείνη τη μέρα,
την ώρα εκείνη
θα σηκώσω τα χέρια
και θα βγουν οι ρίζες μου
για να βρούνε άλλη γη.

Όμως
αν κάθε μέρα,
κάθε ώρα,
νιώθεις προορισμένη για μένα
με γλυκύτητα αψεγάδιαστη.
Αν κάθε μέρα ανεβαίνει
ένα λουλούδι στα χείλη σου για να με βρει,
αχ αγάπη μου, αχ δικιά μου,
μέσα μου όλη τούτη η φωτιά θα επαναλαμβάνεται,
μέσα μου τίποτα δε θα σβήσει ούτε θα ξεχαστεί,
η αγάπη μου τρέφεται από την αγάπη σου, αγαπημένη,
κι όσο θα ζεις θα είναι μες στην αγκαλιά σου
χωρίς απ' τη δική μου να φύγει.

via translatum.gr 

To σκάκι

Έλα να παίξουμε...
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει από καιρό
πριν από μένα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...

Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω!
Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως καν όνειρα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που έρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις έριες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...

 Μανώλης Αναγνωστάκης - 
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου - 
Πρώτη εκτέλεση: Γεράσιμος Ανδρεάτος 

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Εγώ δεν είμαι μοναχά αυτός που βλέπεις


Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα’ πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω
αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι -
Θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρείς τις πατημασιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
Θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες τη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ότι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι -
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ο,τι δεν έχω γίνει ακόμα -
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω-
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα 



Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

κοιμήσου τώρα

Aκούμπησε το κεφάλι σου στο μαξιλάρι και θα σε νανουρίσω.
Να σαι ευλογημένος με αγάπη για το δρόμο που θα πάρεις.
Γαλήνια να σαλπάρεις στα μακρινά χωράφια της τύχης,
και μακάρι να μη χρειαστείς ποτέ σου ν' αποδιώξεις την ατυχία.
Μακάρι να βρεις την ευγένια σε όλα όσα θα συναντήσεις.
Μακάρι να σε φυλάνε άγγελοι και να οδηγούν το βήμα σου στο δρόμο,
να σε φροντίζουν και να κρατάνε κάθε τι κακό μακριά σου.
Μακάρι να έχεις πάντα μαζί σου την αγάπη και την ευτυχία.
Κοιμήσου τώρα, δε θέλω να σε κρατάω ξύπνιο,
θα μείνω για λίγο μαζί σου να σου τραγουδώ.....

Το τελευταίο αντίο


Τρεμοντας μη ζησει μονος του ως τα 80 , μελαγχολουσε στο παραθυρο, σα να χε μεινει πανω σ ενα τρενο,μια σταση περα απ τον προορισμο του. η νυχτα ειναι δικια μου και δικια σου, μακρινη αγαπη, ολεθρια, που τωρα δε ζω παρα για να σ αναστησω.
Μα να που τα λογια δε φτανουν πια, τα λόγια ειναι φενακη κι η αληθεια εσυ, εσυ , μενεις να με οδηγεις με τη σκοτεινη φωτοβολιδα σου στο χαος αυτο. Το χαος μου που φροντισες να το γεμισεις με τη φωνη σου . μακρινη που μου φαινεσαι αγαπη. μακρινη. Μακρινη που εισαι τωρα. Μ αφησες τα σημαδια σου ανεξιτηλα. Τοσα ρουχα, τοσες γραφες στον αερα, τοσα αποτυπωματα στη σκια. Πώς να πω οτι ολα αυτα ηταν ενεργεια κι εσυ ξαναγυρισες στην πηγη σου;.....Οταν ερχεσαι να δω, να φορας τα ρουχα που μ αυτα σε γνωρισα,  ετσι σε πιστεψα.
Σ αυτο το πολυ βιαστικο περασμα μας απο τη γη,
καθενας μας αφηνει μιαν ανασα, μια πνοη,
κι ολα μετα τα σβηνει.
Μη ζητας να μαθεις πιο βαθια τα μυστικα,
δεν υπαρχουν.
Μα κι αν υπηρχαν, δεν τα ξερουμε κι αυτα.
Δεν εχω αλλα δακρυα, μισω το γραψιμο που ειναι εκτονωση,
που μου δινει την αισθηση οτι κανω το χρεος μου απεναντι σου.
Το μονο χρεος μου γλυκια μου αγαπη, για παντα χαμενη, ειναι να κλαιω για σενα,
κι οταν δεν το μπορω, αρρωσταινω.
Β.Β.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

the wheel of time



Where's my pretty face?
And where's my holy place?
All have flowed away like water
Where's the summer sun?
And where have all the good times gone?
All have flowed away in time

These hands were taught to work the land
But fertile fields have turned to sand
A barren waste of modern madness

Life is like a music hall
But you don't get a curtain call
The trees of youth have come to fall… asunder

And the wheel of time rolls on…

An empty space left in my bed
That's where you used to lay your head
But no 'good night, love' sweetly said… without you

I take my looking glass to see
But wrinkled eyes look back at me
I feel the need to let it be… forgotten

And the wheel of time rolls on…

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

Act 4, Scene 1


SCENE I. A cavern. In the middle, a boiling cauldron.

    Thunder. Enter the three Witches

First Witch

    Thrice the brinded cat hath mew'd.

Second Witch

    Thrice and once the hedge-pig whined.

Third Witch

    Harpier cries 'Tis time, 'tis time.

First Witch

    Round about the cauldron go;
    In the poison'd entrails throw.
    Toad, that under cold stone
    Days and nights has thirty-one
    Swelter'd venom sleeping got,
    Boil thou first i' the charmed pot.

ALL

    Double, double toil and trouble;
    Fire burn, and cauldron bubble.

Second Witch

    Fillet of a fenny snake,
    In the cauldron boil and bake;
    Eye of newt and toe of frog,
    Wool of bat and tongue of dog,
    Adder's fork and blind-worm's sting,
    Lizard's leg and owlet's wing,
    For a charm of powerful trouble,
    Like a hell-broth boil and bubble.

ALL

    Double, double toil and trouble;
    Fire burn and cauldron bubble.

Third Witch

    Scale of dragon, tooth of wolf,
    Witches' mummy, maw and gulf
    Of the ravin'd salt-sea shark,
    Root of hemlock digg'd i' the dark,
    Liver of blaspheming Jew,
    Gall of goat, and slips of yew
    Silver'd in the moon's eclipse,
    Nose of Turk and Tartar's lips,
    Finger of birth-strangled babe
    Ditch-deliver'd by a drab,
    Make the gruel thick and slab:
    Add thereto a tiger's chaudron,
    For the ingredients of our cauldron.

ALL

    Double, double toil and trouble;
    Fire burn and cauldron bubble.

Second Witch

    Cool it with a baboon's blood,
    Then the charm is firm and good.

    Enter HECATE to the other three Witches

HECATE

    O well done! I commend your pains;
    And every one shall share i' the gains;
    And now about the cauldron sing,
    Live elves and fairies in a ring,
    Enchanting all that you put in.

    Music and a song: 'Black spirits,' & c

    HECATE retires

Second Witch

    By the pricking of my thumbs,
    Something wicked this way comes.
    Open, locks,
    Whoever knocks!

    Enter MACBETH

Το παραμύθι

Παιδί με τ ανέφελο μετώπο

και τα ονειρικά μάτια που κοιτάζουν γεμάτα θαυμασμό,

αν και ο χρόνος είναι ένα καράβι που ταξιδεύει

και οι δυο μας  είμαστε τη  μισή ζωή χωριστά,

το αγαπημένο σου χαμόγελο θα καλωσορίσει

το  δώρο αγάπης, ένα παραμύθι.

Δεν έχω δει το ηλιόλουστο πρόσωπό σου,

ούτε άκουσα τ  ασημένιο γέλιο σου

δεν   θα βρει η σκέψη μου  μια θέση

στη συνέχεια της νεανικής σου ζωής,

μου αρκεί  ότι τώρα

θ ακούσεις το παραμύθι μου.

Η ιστορία  ξεκίνησε σε μέρες αλλοτινές,

όταν λάμπανε ήλιοι καλοκαιρινοί-

ένας απλός ήχος , που ακουγόταν για να κρατάμε

το ρυθμό που κινούσαμε τα κουπιά

ο απόηχός  του ζει στη μνήμη ακόμα,

αν και τα ζηλιάρικα χρόνια θα πούν «ξέχνα». 

Έλα, υπακούσε λοιπόν, στη  φωνή του τρόμου,

μας φέρνει πικρές ειδήσεις,

θα καλέσει σ ανεπιθύμητο κρεβάτι

μια μελαγχολική κόρη!

Είμαστε  μεγάλα παιδιά, αγάπη μου,

που φοβόμαστε το μεγάλο ύπνο. 


Χωρίς τον παγετό, το εκτυφλωτικό χιόνι,

τη   μανία της καταιγίδας και την τρέλα του ανέμου,

μέσα στην κατακόκκινη λάμψη της φωτιάς

και τη χαρούμενη φωλιά της παιδικής ηλικίας.

Οι μαγικές λέξεις θα σε αρπάξουν στη στιγμή

δεν θα προσέξεις την άγρια έκρηξη.

Αν και η σκιά ενός στεναγμού

τρεμοπαίζει στην ιστορία 

μια και οι ευτυχισμένες μέρες του καλοκαιριού πέρασαν,

κι εξαφανίστηκε η δόξα του

δε θ αγγίξει με τη λυπητερή ανάσα του

την ευτυχία του παραμυθιού μας.


 

Jabberwocky

'It seems very pretty,' she said when she had finished it, 'but it's rather hard to understand!' (You see she didn't like to confess, even to herself, that she couldn't make it out at all.) 'Somehow it seems to fill my head with ideas---only I don't exactly know what they are! However, somebody killed something: that's clear, at any rate'  

Carroll, Lewis (2010) Alice's Adventures in Wonderland and Through the Looking-Glass p 64-65

Jabberwocky, Omnia

'Twas brillig, and the slithy toves
Did gyre and gimble in the wabe;
All mimsy were the borogoves,
And the mome raths outgrabe.

"Beware the Jabberwock, my son!
The jaws that bite, the claws that catch!
Beware the Jubjub bird, and shun
The frumious Bandersnatch!"

He took his vorpal sword in hand:
Long time the manxome foe he sought--
So rested he by the Tumtum tree,
And stood awhile in thought.

And as in uffish thought he stood,
The Jabberwock, with eyes of flame,
Came whiffling through the tulgey wood,
And burbled as it came!

One, two! One, two! and through and through
The vorpal blade went snicker-snack!
He left it dead, and with its head
He went galumphing back.

"And hast thou slain the Jabberwock?
Come to my arms, my beamish boy!
O frabjous day! Callooh! Callay!"
He chortled in his joy.

'Twas brillig, and the slithy toves
Did gyre and gimble in the wabe;
All mimsy were the borogoves,
And the mome raths outgrabe.

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Ορφέας

Κοιτάζω τη σιωπηλή λίμνη

Που το νερό της η πνοή του αέρα ρυτιδώνει Μη γνωρίζοντας αν τα επινοώ όλα εγώ

Ή εάν όλα ανίδεα είναι.

Η λίμνη τίποτα δε λέει.

Τ' αεράκι Σαλεύει, μα δε με αγγίζει.

Δεν ξέρω αν είμαι ευτυχής

Ούτε αν επιθυμώ να είμαι.

Οι ρυτίδες τρεμουλιάζουν, χαμογελούν

Πάνω στα κοιμισμένα νερά.

Γιατί να έχω φτιάξει από όνειρα

Τη μόνη ζωή που έχω;

Μ' αρέσει να ταξιδεύω, ν' αλλάζω χώρες

Να είμαι πάντα άλλος,

Ψυχή χωρίς ρίζες,

Να ζω έξω από αυτά που βλέπω.

Να μην ανήκω σε κανέναν.

Ούτε στον εαυτό μου.

Να πηγαίνω μπροστά, ξοπίσω να παίρνω

Την απουσία κάθε σκοπού.

Και την επιθυμία μου να τον πετύχω.

Αυτό είναι για μένα το ταξίδι.

Αλλά εκτός από το όνειρο για το ταξίδι

Τίποτα από μένα δεν υπάρχει σ' αυτό.

Όλα τα άλλα, γη είναι κι ουρανός.

Φ. Πεσόα, Η λίμνη (Εκδοσεις printa- μετάφρασηΓ. Σουλιώτης)

Orpheus and Eurydice on the Banks of the Styx, by John Roddam Spencer Stanhope

ανάμεσα στις πέτρες.......

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...