Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Νυχτερινός Επισκέπτης

 Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα, όπου έπρεπε ν’ ανέβω, άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς ή θα κυλήσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων.
Σε τι χρησίμεψαν λοιπόν οι αμαρτίες μου;
…όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ’ όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ…
O ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο – σαν το Θεό.
Eίχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σε σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο με το δάχτυλο…
…είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν
…ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τα παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά, γιατί δεν ήθελαν να μεγαλώσουν…
…σε τί είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα, που να βρεις καιρό…
Ώσπου ήρθε το χιόνι, ασταμάτητο χιόνι, για να θάψει τη συμπόνια μας, που σε έργα μέτρια μας οδήγησε.
Όχι, δεν είναι φτερούγα. Tο χέρι του είναι, καθώς προσπαθεί ν’ αποφύγει τα χτυπήματα.
…τόσο λυπημένος που θα μπορούσε να περάσει από μέσα μου ένα κοπάδι πουλιά…
Σαν τον τρελό που, κλειδωμένος στο κελί του, ζωγράφισε στον τοίχο μια πόρτα κι έφυγε.
Σε κάθε σπίτι υπάρχει μια άγνωστη μυστική σκάλα, που θα σε πήγαινε, ίσως, μακριά. Aλλά τη βρίσκεις, όταν δεν έχεις πια σπίτι.
…γιατί την ώρα που πεθαίνεις, σαν ένας φονιάς που απομακρύνεται βιαστικά,
φεύγει από μέσα σου ο άγνωστος που υπήρξες.
…» τώρα, μου λέει, θα πάμε μακριά», » μα δεν βλέπεις, του λέω, μας ξέχασαν», » γι’ αυτό» μου λέει…
…στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγιόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.
» μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ’ άλογό μου»,
«μα δε βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ, μητέρα!»…
…μου στοίχισε αρκετή περιφρόνηση
η ερώτηση για πράγματα που δεν βλέπαν οι άλλοι…
Kανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου…
…αυτό που μας μεγαλώνει είναι, ίσως, η ίδια η παιδικότητα, που μας διώχνει, για να μην, τελικά, εννοήσουμε.
…ο καθένας ζεί με το τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση…



Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Melencolia

Melencolia I



THE bow of promise, this lost flaring star,
Terror and hope are in mid-heaven; but She,
The mighty-wing'd crown'd Lady Melancholy,
Heeds not. O to what vision'd goal afar
Does her thought bear those steadfast eyes which are
A torch in darkness? There nor shore nor sea,
Nor ebbing Time vexes Eternity,
Where that lone thought outsoars the mortal bar.
Tools of the brain--the globe, the cube--no more
She deals with; in her hand the compass stays;
Nor those, industrious genius, of her lore
Student and scribe, thou gravest of the fays,
Expect this secret to enlarge thy store;
She moves through incommunicable ways.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

good night, sweet ladies; drifting into the full moon

How should I your true love know 

    From another one? 
    By his cockle hat and staff, 
    And his sandal shoon.

 He is dead and gone, lady, 
    He is dead and gone; 
    At his head a grass-green turf, 
    At his heels a stone. 

Larded with sweet flowers 
    Which bewept to the grave did go 
    With true-love showers.

 There's rosemary, that's for remembrance; pray, 

    love, remember: and there is pansies. that's for thoughts. 

There's fennel for you, and columbines: there's rue
    for you; and here's some for me: we may call it 
    herb-grace o' Sundays: O you must wear your rue with  a difference.

There's a daisy: I would give you 
    some violets, but they withered all when my father died: they say he made a good end.....

ανάμεσα στις πέτρες.......

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...