Η συλλογή ''Nostalgia'' φτιάχτηκε και είναι αφιερωμένη για τα παιδιά,τα οποία ζουν σε πεδία μάχης και είναι αναγκασμένα να βιώνουν καθημερινά τον τρόμο και την απανθρωπιά ενός πολέμου...
Κάθε απόγευμα ο νεαρός ψαράς έβγαινε στ’ ανοιχτά κι έριχνε τα δίχτυα του. Ένα απόγευμα έτυχε να πιαστεί στα δίχτυα του μια γοργόνα. Με αντάλλαγμα την ελευθερία της, η γοργόνα υπόσχεται να εμφανίζεται κάθε μέρα κοντά στη βάρκα του ψαρά και με το τραγούδι της να κάνει τα δίχτυα του να γεμίζουν ψάρια. Με τον καιρό ερωτεύονται και ο ψαράς αποφασίζει να ζήσουνε μαζί ευτυχισμένοι στα βάθη της θάλασσας.
Η γοργόνα όμως ανήκει στα ξωτικά της θάλασσας και τα στοιχειά της θάλασσας και των δασών δεν έχουν ψυχή. Για να ζήσουν μαζί στα βάθη της θάλασσας ο ψαράς πρέπει να αποχωριστεί την ψυχή του. Δεν ξέρει όμως με ποιό τρόπο να το κάνει. Αρχικά απευθύνεται στον εφημέριο της εκκλησίας, και έπειτα στους εμπόρους της αγοράς. Κανείς όμως δεν μπορεί να τον βοηθήσει, οπότε αποκαρδιωμένος απευθύνεται στη νεαρή μάγισσα του χωριού και την πείθει να του αποκαλύψει τον τρόπο.
[...] «Ας είναι, δικιά σου είναι η ψυχή και όχι δικιά μου. Καν’ την ό,τι θέλεις». Κι έβγαλε από το ζωνάρι της ένα μικρό μαχαίρι που είχε λαβή από δέρμα πράσινης οχιάς και του το έδωσε.
«Αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν σκιά του σώματος δεν είναι η σκιά του σώματος, αλλά το σώμα της ψυχής. Στάσου στην ακροθαλασσιά με την πλάτη γυρισμένη στο φεγγάρι, κόψε γύρω από τα πόδια σου τη σκιά σου, που είναι το σώμα της ψυχής σου, και πρόσταξε την ψυχή σου να σε αφήσει και θα το κάνει».
Ο ψαράς έκανε όπως του έταξε η μάγισσα και η σκιά εμφανίστηκε μπροστά του. Στάθηκε μπροστά του και ήταν ολόιδια μ’ αυτόν. Τον παρακάλεσε να μην την αφήσει χωρίς καρδιά στο σκληρό κόσμο. Ο ψαράς της το αρνήθηκε και για να την παρηγορήσει συμφώνησε να συναντηθούν σε ένα χρόνο στην ίδια παραλία. Έτσι είπε και χάθηκε μέσα στη θάλασσα.
Η σκιά του απαρηγόρητη στράφηκε προς την Ανατολή, το βασίλειο της σοφίας, σκεπτόμενη ότι ο αφέντης της θα δεχτεί να την αφήσει να επιστρέψει πίσω στο σώμα του αν του χάριζε την αιώνια σοφία. Κι έχοντας αυτά κατά νου, κατάφερε με δόλιο τρόπο να κάνει δικό της το μυστικό της σοφίας. Έπειτα η ψυχή αναζήτησε τον πλούτο. Τον επόμενο χρόνο η ψυχή επέστρεψε τάζοντας στον ψαρά τα πλούτη και τη σοφία όλου του κόσμου παρακαλώντας τον να την αφήσει να επιστρέψει στο σώμα του, αλλά και πάλι δεν βρήκε ανταπόκριση. Τον επόμενο χρόνο η ψυχή περιπλανήθηκε στον κόσμο και το κενό της καρδιάς της γέμισε με μίσος και κακία. Αποφάσισε να εξαπατήσει το νεαρό ψαρά. Επέστρεψε στην παραλία και αυτή τη φορά του έταξε να τον πάει στη γειτονική πόλη να δούνε τον πιο μαγικό χορό από μια νεαρή χορεύτρια. Ο ψαράς που τόσο καιρό δίπλα στη γοργόνα του είχε ξεχάσει πως είναι να περπατάς και να αισθάνεσαι τη γη που πατάς, λύγισε και δέχτηκε την πρότασή της με τον όρο να ξαναγυρίσει στην αγαπημένη του μετά από δυο μέρες. Έτσι την άφησε να επιστέψει στο σώμα του.
Όμως η σκιά δεν του αποκάλυψε ότι μια φορά στη ζωή του μπορεί κανείς αποχωριστεί την ψυχή του και ότι, αφού της επιτρέψει να γυρίσει στο σώμα του, δεν μπορεί να την αποχωριστεί ποτέ ξανά. Αγνοώντας την αλήθεια ο ψαράς περιπλανήθηκε μαζί της τρεις μέρες, διαπράττοντας πολλά αδικήματα. Αφού κατάλαβε την απάτη που του σκάρωσε η ψυχή του, την πρόσταξε να βγει από το σώμα του, αλλά μάταια.
Ανήμπορος να αποχωριστεί την ψυχή του, αποσύρεται σε μια παραλία, ώσπου μια μέρα το κύμα ξεβράζει το άψυχο σώμα της αγαπημένης του. Αφού δεν μπόρεσε να είναι μαζί της στη ζωή, αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή του και να ζήσει μαζί της στη αιωνιότητα.
Η σκιά δεν είναι η ελλειψη του φωτός, αλλά η συμπληρωματική ολοκλήρωσή του. (Γκαίτε)
Είμαστε η σκιά του εαυτού μας και θα υπάρχουμε όσο υπάρχει φως. (Λουίς Σεπούλβεδα)
Η σκιά στον πραγματικό κόσμο - σε αντίθεση με τον κόσμο του παραμυθιού, του μύθου και του θεάτρου σκιών, το οποίο συνιστά ιδιαίτερη περίπτωση - εμφανίζεται ως αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μας, μας ακολουθεί και αποδίδει πιστά την κάθε μας κίνηση. Γονείς της είναι η ύλη και το φώς.
Η σκιά, ένα στοιχείο άυλο αλλά υπαρκτό, έχει τη δύναμη να γεννάει μύθους συνεχίζοντας να εντυπωσιάζει μικρούς και μεγάλους. Η χρήση ενός στοιχείου τόσο αινιγματικού και μυστηριώδους, δίνει συμβολικές προεκτάσεις και ερμηνείες στο έργο του Oscar Wilde.
"Tο δωμάτιο ήταν επιπλωμένο με τον τρόπο που οι καθηγητές κι οι εκπαιδευτικοί επιπλώνουν τα σπίτια τους, δηλαδή κάτι ανάμεσα στο ΙΚΕΑ και το Σέτεσνταλ. Ο Ασμπιερνσεν και ο Μόε (το νορβηγικό αντίστοιχο των αδελφών Γκριμ) σε σκηνοθεσία Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Εντοιχισμένα ράφια σε λευκό χρώμα, έπιπλα από λευκό ξύλο, χειροποίητη ταπισερί στον τοίχο, μια συλλογή δίσκων από την εποχή της νιότης τους και μια επιλογή βιβλίων για τα γεράματά τους". (σελ 113-114)
"Επρόκειτο για έναν ισχυρό άντρα, και όχι μόνο μεταφορικά. τα χαρακτηριστικά του ήταν έντονα, παρόλο που η ευμάρεια και οι ακριβές διατροφικές συνήθειες είχαν αποθέσει στον λαιμό του ένα τέτοιο στρώμα λίπους που το δυνατό του κεφάλι έμοιαζε να αναπαύεται πάνω σε κάποιο μαξιλαράκι στο χρώμα της σάρκας." (σελ148)
THE sun had not yet risen. The sea was indistinguishable from the sky, except that the sea was slightly creased as if a cloth had wrinkles in it. Gradually as the sky whitened a dark line lay on the horizon dividing the sea from the sky and the grey cloth became barred with thick strokes moving, one after another, beneath the surface, following each other, pursuing each other, perpetually.
As they neared the shore each bar rose, heaped itself, broke and swept a thin veil of white water across the sand. The wave paused, and then drew out again, sighing like a sleeper whose breath comes and goes unconsciously. Gradually the dark bar on the horizon became clear as if the sediment in an old wine-bottle had sunk and left the glass green. Behind it, too, the sky cleared as if the white sediment there had sunk, or as if the arm of a woman couched beneath the horizon had raised a lamp and flat bars of white, green and yellow, spread across the sky like the blades of a fan. Then she raised her lamp higher and the air seemed to become fibrous and to tear away from the green surface flickering and flaming in red and yellow fibres like the smoky fire that roars from a bonfire. Gradually the fibres of the burning bonfire were fused into one haze, one incandescence which lifted the weight of the woollen grey sky on top of it and turned it to a million atoms of soft blue. The surface of the sea slowly became transparent and lay rippling and sparkling until the dark stripes were almost rubbed out. Slowly the arm that held the lamp raised it higher and then higher until a broad flame became visible; an arc of fire burnt on the rim of the horizon, and all round it the sea blazed gold.
The light struck upon the trees in the garden, making one leaf transparent and then another. One bird chirped high up; there was a pause; another chirped lower down. The sun sharpened the walls of the house, and rested like the tip of a fan upon a white blind and made a blue fingerprint of shadow under the leaf by the bedroom window. The blind stirred slightly, but all within was dim and unsubstantial. The birds sang their blank melody outside.
THE sun rose higher. Blue waves, green waves swept a quick fan over the beach, circling the spike of sea-holly and leaving shallow pools of light here and there on the sand. A faint black rim was left behind them. The rocks which had been misty and soft hardened and were marked with red clefts.
Sharp stripes of shadow lay on the grass, and the dew dancing on the tips of the flowers and leaves made the garden like a mosaic of single sparks not yet formed into one whole. The birds, whose breasts were specked canary and rose, now sang a strain or two together, wildly, like skaters rollicking arm-in- arm, and were suddenly silent, breaking asunder.
The sun laid broader blades upon the house. The light touched something green in the window corner and made it a lump of emerald, a cave of pure green like stoneless fruit. It sharpened the edges of chairs and tables and stitched white table-cloths with fine gold wires. As the light increased a bud here and there split asunder and shook out flowers, green veined and quivering, as if the effort of opening had set them rocking, and pealing a faint carillon as they beat their frail clappers against their white walls. Everything b came softly amorphous, as if the china of the plate flowed and the steel of the knife were liquid. Meanwhile the concussion of the waves breaking fell with muffled thuds, like logs falling, on the shore.